δεινοπαθήσει

δεινοπαθέω
complain loudly of sufferings
aor subj act 3rd sg (epic)
δεινοπαθέω
complain loudly of sufferings
fut ind mid 2nd sg
δεινοπαθέω
complain loudly of sufferings
fut ind act 3rd sg

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • κατακαημένος — η, ο (Μ κατακαημένος, η, ο) αυτός που έχει δεινοπαθήσει, αυτός που έχει υποφέρει πολύ, άτυχος («κατακαημένε κόσμε») …   Dictionary of Greek

  • Ναρσής — I (3ος – 4ος αι.). Βασιλιάς της Περσίας (294 303). Είχε διαδεχθεί τον πατέρα του Βαραράμ Γ’. Κατέλαβε την Αρμενία και τη Μεσοποταμία. Το 302 νικήθηκε από τον Γαλέριο και αναγκάστηκε να συνάψει ειρήνη με τους Ρωμαίους, δίνοντάς τους μερικές από… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.